Σχεδόν κάθε φορά που βρίσκομαι στη Ραφήνα ...το διασκεδάζω. Πηγαίνω συνήθως γεμάτος και φεύγω άδειος. Στο ενδιάμεσο, και ανάλογα την ώρα της ημέρας ή καφεδίζω με κανά συνάδελφο ή τρώω κάτι ελαφρύ (υπάρχουν πολλές επιλογές). Βρέθηκα λοιπόν εκεί πρόσφατα και αφού αποβίβασα την ευγενική κυρία που με είχε μισθώσει απ'το κέντρο της Αθήνας, κατευθύνθηκα προς το γνωστό μου "στέκι" για καφεδάκι.
Λίγο πριν φτάσω, σταμάτησα υποχρεωτικά σε ένα "stop" να ελέγξω το δρόμο. Στην άκρη του δρόμου ήταν ένας παππούς... πραγματικά υπερήλικας! Έκανα να φύγω, αφού δεν ερχόταν κανείς, όταν είδα ότι με αιρούμενο και ασταθές βήμα κατέβηκε το πεζοδρόμιο και άρχισε να περπατάει. Ακινητοποίησα το αυτοκίνητο και περίμενα να δω προς τα που θα κάνει... Είχα σκοπό να τον περιμένω να περάσει απέναντι... ελπίζοντας ότι θα τον άφηναν και από το αντίθετο ρεύμα. Αυτός, ενώ στη αρχή έδειχνε ότι ήθελε να περάσει απέναντι ξαφνικά, άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του συνοδηγού ...χωρίς όμως να κάνει κάτι, κάποιο σήμα, νεύμα ή κάτι, που να υποδηλώνει ότι ήθελε ταξί. Αφού έφτασε δίπλα στη πόρτα, κρατήθηκε με το αριστερό του χέρι από την οροφή του αυτοκινήτου και με το δεξί που κράταγε ένα μπαστούνι, προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα! Άκουγα το μπαστούνι να χτυπάει επάνω την λαμαρίνα της πόρτας και ο παππούς τράβαγε με δύναμη την πόρτα, η οποία όμως ήταν κλειδωμένη! (Όταν το αυτοκίνητο ξεκινάει, οι ασφάλειες πέφτουν και κλειδώνει η πόρτα... μέχρι να την απασφαλίσει και πάλι ο οδηγός από μέσα).
..."Περίμενε παππού" του φώναξα και συγχρόνως πάτησα το κουμπί της απασφάλισης. Ο παππούς άνοιξε με δύναμη την πόρτα και μου είπε με τρεμάμενη, αλλά δυνατή φωνή! "Περίμενε ...περίμενε ... μη φύγεις!" Σχεδόν με "κράταγε" με το τρόπο που βαστούσε τη πόρτα και τον τρόπο που προσπαθούσε να μπει μέσα... Φοβόταν να μην φύγω μάλλον...
Όπως είναι φυσικό οι από πίσω άρχισαν τα "όργανα" ....Κόρνες και φωνές... με "ερωτόλογα" του τύπου, "άντε ρε μαλάκα ταρίφα... Κοίτα ρε που βρήκε να σταματήσει!"
Τι να πεις τώρα; Ότι ένας υπερήλικας ΚΑΤΑΦΕΡΕ να με ακινητοποιήσει και έτσι και έκανα την παραμικρή κίνηση, έστω να πάω να σταματήσω λίγο πιο κάτω το αποτέλεσμα θα ήταν να τον παρασύρω (στα σίγουρα όμως ...έτσι που κρατιόταν επάνω στο αυτοκίνητο). Από την άλλη πάλι τι να πεις; "Αν ήταν ο πατέρας σου θα ήθελες να ξεκινήσω;" ή "ρε, ΚΑΦΡΕ στο λεωφορείο που σταματάει όπως νά'ναι και ενώ ΣΥΧΝΑ μπορεί να σταματήσει και δεξιότερα και να σε αφήσει να περάσεις αλλά δεν το κάνει, εσύ ΔΕΝ κορνάρεις, αλλά πας και κολλάς από πίσω και περιμένεις σαν τη κότα!" Όχημα δημόσιας μεταφοράς είναι και το ταξί!
Δεν είχα ΚΑΜΜΙΑ επιλογή, παρά να βοηθήσω το άνθρωπο, παρά να ακούσω τις κόρνες και τις διαμαρτυρίες των "βιαστικών" που ακολουθούσαν. Κατέβηκα λοιπόν, ταχύτατα και έτρεξα δίπλα. Του πήρα το μπαστούνι, του κράτησα το κεφάλι για να μην χτυπήσει καθώς έμπαινε και περίμενα να ...λυγίσει το σώμα του και να πέσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, στο κάθισμα, βογκώντας ελαφρά από την προσπάθεια. Ξαναέτρεξα στη θέση του οδηγού και ξεκίνησα.
"Τώρα που σε τσάκωσα, θα μου κάνεις τη χάρη να με πας να πάρω νερό και μετά θα με πας σπίτι, παλικάρι μου" μου είπε με ύφος αποφασιστικό! "Που μένεις παππού;", τον ρώτησα ήρεμα.
"Εδώ, παρακάτω... στις συκιές" μου είπε δείχνοντας με το χέρι προς μια κατεύθυνση που δεν φαίνονταν πολλά σπίτια.
"Και τι νερό θέλεις; Να σταματήσω σε κανά περίπτερο;"
"Όχι! Θα πάμε στο σούπερ μάρκετ! Πάω μια φορά τη βδομάδα και αγοράζω νερό. Θα πάρουμε μια κασέλα", μου είπε...
"Κασέλα;... Εννοείς ένα κιβώτιο με πολλά μπουκάλια νερό;"
"Ναι... και αν μπορείς έλα μέσα να με βοηθήσεις... Δεν είναι και πολύ βαριά. Θα σε πληρώσω..."
Ωραία, σκέφτηκα! Πάντα το διασκεδάζω στη Ραφήνα. Γιατί όχι και σήμερα; Και φυσικά θα πήγαινα να τον βοηθήσω, αφού αν δεν πήγαινα, ο παππούς δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνει μόνος του και μάλιστα σε λιγότερο από μερικές ώρες...!
Με τα πολλά, αφού μου πήρε κάμποση ώρα να βρω το συγκεκριμένο σούπερ που ήθελε, πάρκαρα στο πάρκινγκ και ξεκινήσαμε ΜΑΖΙ για "ψώνια"... Είχε πολλή πλάκα η όλη φάση... πήραμε καροτσάκι (για να μην κουραστώ ...όπως μου είπε!), μπήκαμε στο ασανσέρ, περιηγηθήκαμε στα ράφια με τα εμφιαλωμένα νερά και περιμέναμε με υπομονή να πληρώσει στο ταμείο...
Κανά εικοσάλεπτο αργότερα, τον έβαλα πάλι μέσα και αφού έριξα ένα κιβώτιο με εμφιαλωμένα νερά στο πορτ-μπαγκάζ, ξεκίνησα.
"Παππού, που είναι αυτές οι συκιές; Σε ποιά οδό μένεις;"
"Α ...δεν τις ξέρεις τις συκιές; Α... δεν θα είσαι από εδώ.. Από που είσαι;;"
"Ναι, είμαι ξένος.... Είμαι από την Αθήνα παππού! Πες μου την οδό που μένεις" (ήθελα να τη βάλω στο GPS)
"Από την Αθήνα; Σιγά μην είσαι από την Αθήνα... όλοι φερτοί είναι εκεί! Έτσι κι εσύ! Από που κρατάς;"
Άντε τώρα να εξηγήσεις στο παππού ότι ΔΕΝ ήξερα κυριολεκτικά που να πάω... αφού δεν μου έλεγε! Δεξιά, αριστερά; ΠΟΥ;
"Παππού πες μου τον δρόμο που μένεις και θα σου πω από που είμαι..."
Το σκέφτηκε λίγο και μετά από μερικά δευτερόλεπτα... είπε:
"Στις Συκιές μένω. Εκεί να με πας και θα σου δείξω το σπίτι"
Άντε πάλι από την αρχή ..."Παππού ΔΕΝ ξέρω που είναι οι Συκιές... πες μου την οδό που μένεις και θα σε πάω!"
"Αν δεν ξέρεις, τότε θα σου πω εγώ ...πήγαινε προς το γεφυράκι και θα σου πω μετά"
Ευτυχώς, ήξερα το "γεφυράκι"... πήγα προς τα εκεί λέγοντάς του από που είμαι, αφού επέμενε τόσο πολύ αν και απογοητεύτηκε που ήμουν "φερτός στην Αθήνα" και όχι από την Ραφήνα ή τουλάχιστον από κάποια επαρχία.
Μετά από 3-4 λεπτά φτάσαμε στο "γεφυράκι" ..."και τώρα προς τα που πάμε;", τον ξαναρώτησα, αφού εμφανώς δεν παρακολουθούσε την διαδρομή.... "Στάσου"... μου λέει... "Που είναι το γεφυράκι;"
Αλάρμ και σταμάτημα δεξιά ήταν η αντίδρασή μου... "Παππού μόλις περάσαμε πάνω από το γεφυράκι ...τώρα που να πάω;"
"Για πήγαινε σιγά-σιγά ...εδώ κάπου έχει μια μάντρα... θα στρίψουμε μέσα"
Ξεκίνησα πάλι... ψάχνοντας για μάντρα...
Μετά από κανά χιλιόμετρο και αφού πλέον αρχίσαμε να βγαίνουμε από τη Ραφήνα, βλέπω ένα πέτρινο τοίχο, κάποιου σπιτιού και ξαναρωτάω, "Αυτή είναι η μάντρα που λες παππού; Εδώ δεν έχει στενό να στρίψω!"
"Στάσου ...στάσου..." μου λέει, "Δεν είναι αυτή η μάντρα... λάθος με πας!"
Άντε πάλι ...αλάρμ και δεξιά... και αρχίζω πάλι με υπομονή τις ερωτήσεις.
"Παππού, πες μου την ΟΔΟ που μένεις και θα το βρω μόνος μου"
"Αφού δεν είσαι από εδώ. Δεν το ξέρεις τον δρόμο. Θα σου πω εγώ!"
"Παππού, αν μου πεις την ΟΔΟ που μένεις θα τη βάλω στο "μηχάνημα" και θα μας πάει αυτό... Πες μου σε παρακαλώ το όνομα του δρόμου που μένεις"
"Χρυσή..." ψέλλισε με απορία! Σίγουρα δεν κατάλαβε αυτό που είπα για το "μηχάνημα", αλλά μάλλον ήθελε να μου δώσει μια ευκαιρία…
"Και τι νερό θέλεις; Να σταματήσω σε κανά περίπτερο;"
"Όχι! Θα πάμε στο σούπερ μάρκετ! Πάω μια φορά τη βδομάδα και αγοράζω νερό. Θα πάρουμε μια κασέλα", μου είπε...
"Κασέλα;... Εννοείς ένα κιβώτιο με πολλά μπουκάλια νερό;"
"Ναι... και αν μπορείς έλα μέσα να με βοηθήσεις... Δεν είναι και πολύ βαριά. Θα σε πληρώσω..."
Ωραία, σκέφτηκα! Πάντα το διασκεδάζω στη Ραφήνα. Γιατί όχι και σήμερα; Και φυσικά θα πήγαινα να τον βοηθήσω, αφού αν δεν πήγαινα, ο παππούς δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνει μόνος του και μάλιστα σε λιγότερο από μερικές ώρες...!
Με τα πολλά, αφού μου πήρε κάμποση ώρα να βρω το συγκεκριμένο σούπερ που ήθελε, πάρκαρα στο πάρκινγκ και ξεκινήσαμε ΜΑΖΙ για "ψώνια"... Είχε πολλή πλάκα η όλη φάση... πήραμε καροτσάκι (για να μην κουραστώ ...όπως μου είπε!), μπήκαμε στο ασανσέρ, περιηγηθήκαμε στα ράφια με τα εμφιαλωμένα νερά και περιμέναμε με υπομονή να πληρώσει στο ταμείο...
Κανά εικοσάλεπτο αργότερα, τον έβαλα πάλι μέσα και αφού έριξα ένα κιβώτιο με εμφιαλωμένα νερά στο πορτ-μπαγκάζ, ξεκίνησα.
"Παππού, που είναι αυτές οι συκιές; Σε ποιά οδό μένεις;"
"Α ...δεν τις ξέρεις τις συκιές; Α... δεν θα είσαι από εδώ.. Από που είσαι;;"
"Ναι, είμαι ξένος.... Είμαι από την Αθήνα παππού! Πες μου την οδό που μένεις" (ήθελα να τη βάλω στο GPS)
"Από την Αθήνα; Σιγά μην είσαι από την Αθήνα... όλοι φερτοί είναι εκεί! Έτσι κι εσύ! Από που κρατάς;"
Άντε τώρα να εξηγήσεις στο παππού ότι ΔΕΝ ήξερα κυριολεκτικά που να πάω... αφού δεν μου έλεγε! Δεξιά, αριστερά; ΠΟΥ;
"Παππού πες μου τον δρόμο που μένεις και θα σου πω από που είμαι..."
Το σκέφτηκε λίγο και μετά από μερικά δευτερόλεπτα... είπε:
"Στις Συκιές μένω. Εκεί να με πας και θα σου δείξω το σπίτι"
Άντε πάλι από την αρχή ..."Παππού ΔΕΝ ξέρω που είναι οι Συκιές... πες μου την οδό που μένεις και θα σε πάω!"
"Αν δεν ξέρεις, τότε θα σου πω εγώ ...πήγαινε προς το γεφυράκι και θα σου πω μετά"
Ευτυχώς, ήξερα το "γεφυράκι"... πήγα προς τα εκεί λέγοντάς του από που είμαι, αφού επέμενε τόσο πολύ αν και απογοητεύτηκε που ήμουν "φερτός στην Αθήνα" και όχι από την Ραφήνα ή τουλάχιστον από κάποια επαρχία.
Μετά από 3-4 λεπτά φτάσαμε στο "γεφυράκι" ..."και τώρα προς τα που πάμε;", τον ξαναρώτησα, αφού εμφανώς δεν παρακολουθούσε την διαδρομή.... "Στάσου"... μου λέει... "Που είναι το γεφυράκι;"
Αλάρμ και σταμάτημα δεξιά ήταν η αντίδρασή μου... "Παππού μόλις περάσαμε πάνω από το γεφυράκι ...τώρα που να πάω;"
"Για πήγαινε σιγά-σιγά ...εδώ κάπου έχει μια μάντρα... θα στρίψουμε μέσα"
Ξεκίνησα πάλι... ψάχνοντας για μάντρα...
Μετά από κανά χιλιόμετρο και αφού πλέον αρχίσαμε να βγαίνουμε από τη Ραφήνα, βλέπω ένα πέτρινο τοίχο, κάποιου σπιτιού και ξαναρωτάω, "Αυτή είναι η μάντρα που λες παππού; Εδώ δεν έχει στενό να στρίψω!"
"Στάσου ...στάσου..." μου λέει, "Δεν είναι αυτή η μάντρα... λάθος με πας!"
Άντε πάλι ...αλάρμ και δεξιά... και αρχίζω πάλι με υπομονή τις ερωτήσεις.
"Παππού, πες μου την ΟΔΟ που μένεις και θα το βρω μόνος μου"
"Αφού δεν είσαι από εδώ. Δεν το ξέρεις τον δρόμο. Θα σου πω εγώ!"
"Παππού, αν μου πεις την ΟΔΟ που μένεις θα τη βάλω στο "μηχάνημα" και θα μας πάει αυτό... Πες μου σε παρακαλώ το όνομα του δρόμου που μένεις"
"Χρυσή..." ψέλλισε με απορία! Σίγουρα δεν κατάλαβε αυτό που είπα για το "μηχάνημα", αλλά μάλλον ήθελε να μου δώσει μια ευκαιρία…
"Ορίστε; Χρυσή; Τι Χρυσή;"
"Οδός ...Χρυσή!", ξαναείπε.
"Οδός ...Χρυσή!", ξαναείπε.
Άρχισα να πληκτρολογώ τη λέξη "Χρυσή", αμφισβητώντας την εγκυρότητά της, όταν είδα στην οθόνη του GPS, "Χρυσής: Οδός χωρίς αρίθμηση"!
"ΧΡΥΣΟ-στομε... δεν το έλεγες νωρίτερα!", σκέφτηκα! Όντως υπήρχε οδός "Χρυσής"!
Σε λιγότερο από 3-4 λεπτά ήμασταν εκεί... Ευτυχώς δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ! Αραιοκατοικημένη περιοχή. Ήταν χωματόδρομος και όντως υπήρχαν κάμποσες συκιές τριγύρω!
"Νά'το ....Αυτό με την πράσινη πόρτα" μου είπε δείχνοντας το σπίτι του!
Επιτέλους! Του άνοιξα την πόρτα και βγήκε αγκομαχώντας. Τον βοήθησα να ανέβει 1-2 μικρά σκαλάκια που είχε και του είπα να περιμένει να του πάω και τα νερά, όταν άκουσα την γειτόνισσα να του λέει, "Μπάρμπα Νίκο, που γύρναγες πάλι;"
Μέχρι να πούνε τα δικά τους, με την "κυρα-Δέσποινα", όπως την προσφώνησε ο παππούς, είχα βάλει το κιβώτιο με το νερό δίπλα από την κυρία είσοδο, του σπιτιού.
"ΧΡΥΣΟ-στομε... δεν το έλεγες νωρίτερα!", σκέφτηκα! Όντως υπήρχε οδός "Χρυσής"!
Σε λιγότερο από 3-4 λεπτά ήμασταν εκεί... Ευτυχώς δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ! Αραιοκατοικημένη περιοχή. Ήταν χωματόδρομος και όντως υπήρχαν κάμποσες συκιές τριγύρω!
"Νά'το ....Αυτό με την πράσινη πόρτα" μου είπε δείχνοντας το σπίτι του!
Επιτέλους! Του άνοιξα την πόρτα και βγήκε αγκομαχώντας. Τον βοήθησα να ανέβει 1-2 μικρά σκαλάκια που είχε και του είπα να περιμένει να του πάω και τα νερά, όταν άκουσα την γειτόνισσα να του λέει, "Μπάρμπα Νίκο, που γύρναγες πάλι;"
Μέχρι να πούνε τα δικά τους, με την "κυρα-Δέσποινα", όπως την προσφώνησε ο παππούς, είχα βάλει το κιβώτιο με το νερό δίπλα από την κυρία είσοδο, του σπιτιού.
"Τι σου χρωστάω" με ρώτησε, κάνοντας προσπάθεια να βρει το πορτοφόλι του.
"Κάτσε να δω το ταξίμετρο" του είπα, αφού στην αγωνία μου να βρω το σπίτι του, δεν πρόσεχα το ταξίμετρο....
"Όχι το ταξίμετρο" είπε κάπως θυμωμένα και με αιφνιδίασε! "Εμένα ο Σάκης, μου παίρνει 20 ευρώ! Τόσα θα πάρεις και εσύ!" επέμενε αποφασιστικά!
Η κυρία Δέσποινα, (η γειτόνισσα από δίπλα, που τώρα είχε έρθει στο κατώφλι της εξώπορτας) μου εξήγησε ότι ο "Σάκης" είναι ένας ντόπιος ταξιτζής, που τον στέλνει ο παππούς για ψώνια συχνά, αλλά τώρα έλειπε και ο παππούς βγήκε μόνος του...
Ρίχνω μια κλεφτή ματιά στο ταξίμετρο και γράφει, 14.20 Ευρώ... μετά από τόση ώρα, κυρίως αναμονής, και μερικών περιττών χιλιομέτρων που κάναμε ψάχνοντας. "Παππού, εγώ με 15 Ευρώ είμαι εντάξει. Ο Σάκης δίκαια σε χρεώνει ένα εικοσάρικο, επειδή ο άνθρωπος έρχεται με ραντεβού εδώ. Εμένα με βρήκες στο δρόμο όμως. Δώσε μου 15 Ευρώ κι είμαστε εντάξει," του λέω...
"Όχι... 20 θα πάρεις κι εσύ!", μου ξαναλέει, και μου προτάσει ένα εικοσάρικο, που κατόρθωσε να βγάλει από το πορτοφόλι του.
"Βρε Χριστιανέ μου, ΛΙΓΟΤΕΡΑ σου ζητάει ο άνθρωπος", του λέει, μαλώνοντάς τον η κυρά-Δέσποινα!
"Χαζό με πέρασες;" της λέει. "Το κατάλαβα! Αλλά θα πάρει και αυτός 20 επειδή με "ξεπερέτησε", είπε αποφασιστικά!
Πήρα τα χρήματα, τον ευχαρίστησα και μου είπε, "Να'ρχεσαι καμιά φορά από 'δω όταν σε βγάζει ο δρόμος. Είσαι καλό παιδί!" και αμέσως γυρνώντας προς την κυρά-Δέσποινα, της λέει, "Είναι ξένος. Δεν είναι από εδώ, αλλά είναι καλό παιδί..."
Βάλαμε τα γέλια και οι δύο και αφού τους χαιρέτησα, πήγα για εκείνο το καφέ που δεν πρόλαβα να αρχίσω ποτέ!





Χρόνια πολλά caeser,
ΑπάντησηΔιαγραφήαπό σήμερα ταξιδεύουμε μαζί σου πρώτη θέση!
Και απολαμβάνουμε μαζί σου τις διαδρομές!
Χρόνια πολλά και σε σένα Nick the Greek! Σ'ευχαριστώ για το σχόλιο και θα είναι χαρά μου να σας έχω "δίπλα" μου στα ταξι-δάκια που θα κάνουμε! Enjoy!
ΑπάντησηΔιαγραφή